οὐριοστάτης


οὐριοστάτης
οὐριο-στάτης, νόμος, glücklich begründet, eingesetzt, oder Glück begründend, verheißend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ουριοστάτης — οὐριοστάτης, ὁ (Α) σταθερός και ευτυχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὔριος (Ι) + στάτης (< ἵστημι)] …   Dictionary of Greek

  • οὐριοστάτης — steady and prosperous masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐριοστάταν — οὐριοστάτᾱν , οὐριοστάτης steady and prosperous masc acc sg (epic doric aeolic) οὐριοστάτης steady and prosperous masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.